Σύνδεσμος Ιδιωτικών Υπαλλήλων ΑΕ και Γραφείων Αθήνας

Η Ιστορία του Σωματείου

Το Σωματείο μας ιδρύθηκε το 1933 και ο πρωταρχικός του τίτλος ήταν «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙΩΝ». Το πρώτο καταστατικό μας κάηκε.

Λίγους, μόλις, μήνες μετά την ίδρυση του συνδέσμου πραγματοποιείται στα γραφεία του, με πρωτοβουλία της Ενωτικής Γ.Σ.Ε.Ε., η πρώτη σύσκεψη της Γ.Σ.Ε.Ε., της Κεντρικής Παν-δημοσιοϋπαλληλικής Επιτροπής και των Ανεξάρτητων Εργατικών Συνδικάτων. Στη σύσκεψη αυτή μπήκαν τα θεμέλια του Ενιαίου Μετώπου για τη συστηματική διεξαγωγή αγώνων για την εξουδετέρωση των κινδύνων του φασισμού και τη βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης.

Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Η οικονομική κρίση του 1929 είχε αφήσει τα ίχνη της στη ζωή και τη συνείδηση της εργατικής τάξης. Ο κίνδυνος του φασισμού ήταν ορατός.Όμως οι επιτυχίες οικοδόμησης του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους έδιναν πνοή και όραμα στους εργαζόμενους.

Στο συνδικαλιστικό κίνημα οι δύο γραμμές ήταν καθαρές: η μια της ρήξης και του αγώνα – που εξέφρασε η Ε.Γ.Σ.Ε.Ε. και στην οποία προσχώρησε ο Σύνδεσμος Ανωνύμων Εταιριών και Γραφείων – η άλλη του συμβιβασμού και της υποτέλειας – που εξέφρασε η Γ.Σ.Ε.Ε..

Τα ταξικά συνδικάτα πρωτοστάτησαν στη διοργάνωση απεργιών και αγώνων με κορύφωση τη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936.

Σε συνθήκες έντονου φασισμού, με το Μεταξά στην κυβέρνηση, πραγματοποιείται η δεύτερη καταστατική συνέλευση του σωματείου τον Ιούνη του 1940. Σε αυτήν καθορίζεται ο σημερινός τίτλος του σωματείου μας. Το σωματείο μας προσχωρεί στο Εθνικό Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας ώστε να εκπροσωπηθεί στην Ε.Γ.Σ.Ε.Ε..

Ο πόλεμος και η κατοχή βρίσκουν την εργατική τάξη στις πρώτες γραμμές της αντιφασιστικής πάλης. Η δημιουργία του Ε.Ε.Α.Μ. ήταν η απάντηση της εργατικής τάξης στους φασίστες κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Αύγουστος 1942 – σε συνθήκες άγριας παρανομίας και διωγμών τα σωματείο μας σε συνεργασία με άλλα κλαδικά, οργανώνουν κινητοποιήσεις που έχουν αποτελέσματα.

Τα γεγονότα μετά την απελευθέρωση της Αθήνας και τα Δεκεμβριανά μέχρι και τη συμφωνία της Βάρκιζας το 1945, αφήνουν τα αποτυπώματα τους στο συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας.

Ιδρύεται ο Εργατικός Αντιφασιστικός Σύνδεσμος (ΕΡΓΑΣ) με την συμμετοχή κυρίως μελών και οπαδών του Κ.Κ.Ε., και στο 8ο συνέδριο της Γ.Σ.Ε.Ε. πετυχαίνει συντριπτική νίκη. Γενικός Γραμματέας εκλέγεται ο Μήτσος Παπαρήγας που τρία χρόνια αργότερα (το 1949) δολοφονείται στα μπουντρούμια της ασφάλειας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα του λαϊκού κινήματος στον εμφύλιο πόλεμο, βρήκαν τους εργαζόμενους σε κατάσταση εξαθλίωσης.

Οι μισθοί και τα μεροκάματα είναι απελπιστικά χαμηλά. Η ανεργία στα ύψη. Το κύμα της μετανάστευσης διογκώνεται. Η εργασία εντατικοποιείται όλο και περισσότερο. Τα εργατικά ατυχήματα πληθαίνουν. Το συνδικαλιστικό της ασφάλειας λύνει και δένει. Ξεσπούν απεργίες και αγώνες όχι μόνο για τα μεροκάματα αλλά και με αιτήματα πολιτικά όπως η προάσπιση του Συντάγματος.Η Χούντα που ακολουθεί στοχεύει στη διάλυση του εργατικού κινήματος. Ο λαός όμως οργανώνεται.

Στις 4 Απριλίου 1968 ιδρύεται η Ενιαία Συνδικαλιστική Αντιδικτατορική Κίνηση (ΕΣΑΚ).Το καταστατικό του σωματείου μας το 1972 αλλάζει και προσαρμόζει τους κανονισμούς του στις προσταγές της Χούντας. Το σωματείο στην επταετία βρίσκεται στα χέρια φασιστών με επικεφαλής τον Νικολαϊδη.

Στις εκλογές του Μάρτη 1976 οι χουντικοί διώχνονται από το σωματείο με εκλογές και η πλειοψηφία της διοίκησης περνά πάλι στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Στην περίοδο 1975-1983 το σωματείο πρωτοστάτησε στην πάλη ενάντια στους Καρακίτσους για να πραγματοποιηθούν δημοκρατικά και γνήσια συνέδρια στο Ε.Κ.Α. και τη Γ.Σ.Ε.Ε.

To 1983 επανεκδίδεται η εφημερίδα «Ο Ιδιωτικός Υπάλληλος» με σκοπό να αγκαλιάσει τους συναδέλφους σε όλους τους χώρους δουλειάς και να εκφράσει τις ανησυχίες τους.

Όταν το σωματείο μας ιδρύθηκε, ο ελληνικός λαός και μαζί του όλοι οι λαοί της ανθρωπότητας παρακολουθούσαν με φρίκη την άνοδο του φασισμού σε όλη την Ευρώπη και βίωναν την απειλή του πολέμου μιας «Νέας Τάξης». Σήμερα η «Νέα» Τάξη έχει πάψει να είναι νέα και οι πόλεμοι των πολυεθνικών είναι στην ημερήσια διάταξη, έχουν κάνει τον πλανήτη μια μεγάλη εστία τηρών συρράξεων.

Ήταν τα χρόνια, τότε, που ο συνδικαλισμός διωκόταν βίαια, οι εργοδότες ήταν κράτος εν κράτει και οι διάφορες κυβερνήσεις έστελναν το στρατό να καταστείλει τις εργατικές κινητοποιήσεις.

Όταν το Σωματείο μας ιδρύθηκε, ήταν πλέον ξεκάθαρες και σαφείς οι δύο γραμμές στο Συνδικαλιστικό κίνημα. Από την μία η ΓΣΕΕ με εγκάθετη διοίκηση μοναρχοφασιστών, λαομίσητων συνδικαλιστών των εργοδοτών, υποστήριζε την γραμμή της ταξικής ειρήνης, αποδιοργάνωνε τους αγώνες των εργαζομένων και στην καλύτερη περίπτωση, απλώς δεν τους οργάνωνε. Στένευε τις διεκδικήσεων των εργαζομένων στα οικονομικά (ή οικονομίστικα) πλαίσια, σπέρνοντας αυταπάτες ότι ακόμα και αυτά τα αιτήματα για 8ωρο ή για αυξήσεις των μισθών μπορούν να κατοχυρωθούν για κάθε κλάδο χωριστά, έξω και πέρα από τη διεκδίκηση για μια λαϊκή εξουσία, ανεξάρτητα από τον πόλεμο ή την ειρήνη.

Από την άλλη, η ΕΓΣΕΕ ( Ενωτική ΓΣΕΕ) μέσα σε αντίξοες συνθήκες υποστήριζε τη γραμμή της ρήξης με τα μονοπώλια και καθοδηγούσε τους εργαζόμενους με αρχή το προφανές γι’ αυτούς: ότι αυτή η ρήξη δεν είναι επιλογή των εργαζομένων ή των συνδικαλιστών. Αυτή τη ρήξη την ξεκινάν πάντα οι εργοδότες, αυτοί εξαπολύουν τον πόλεμο και δεν θα πάψουν ποτέ να το κάνουν αυτό, όσο η δυνατότητα (ή εξουσία) τους να επιτίθενται στους αληθινούς παραγωγούς του πλούτου δεν αμφισβητείται. Τον πόλεμο μας τον έχουν κηρύξει και τον διεξάγουν μανιασμένα χωρίς σταμάτημα.

Οι εργαζόμενοι τότε καλούνταν να πεθάνουν φρόνημα πάνω στη δουλειά ή να ορθώσουν το ανάστημά τους και ν’ αγωνιστούν. Ακόμα και η φασιστική εισβολή και κατοχή δεν κατάφερε να αλλάξει γνώμη στην περήφανη εργατική μας τάξη. Ακόμα και τότε οι εργαζόμενοι, και μέσα σ’ αυτούς και οι Ανωνυμίτες, έβγαιναν στο δρόμο του αγώνα για ν’ αντιμετωπίσουν τα πολυβόλα που συνήθως τα χειρίζονταν οι ντόπιοι συνεργάτες των Ναζί, και όχι οι ίδιοι οι κατακτητές. Και τότε ο αγώνας τους δικαίωνε με τις νίκες που σημείωνε το εργατικό κίνημα, νίκες με παγκόσμια εμβέλεια όπως η κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης που ήθελε να υποχρεώσει τους έλληνες εργάτες να δουλεύουν στα γερμανικά εργοστάσια και να φτιάχνουν βόμβες για να σκοτώνονται τα ίδια τα παιδιά τους.

Και έχουν το θράσος να βάζουν στην εργατική τάξη σήμερα, ξανά, το ίδιο ερώτημα: αν δηλαδή θα πεθαίνει φρόνημα στα σύγχρονα κρεματόρια – γιαπιά και στους σύγχρονους θαλάμους αερίων , αν θα δεχτεί την πολιτική επιστράτευση και το στρατιωτικό νόμο στους χώρους δουλειάς ή αν θ’ αγωνιστεί ενάντια στην κατάργηση του θεμελιώδους δικαιώματος της εργασίας, ενάντια στους μισθούς πείνας, ενάντια στην κατάργηση του 8ώρου, ενάντια στον ίδιο τον πόλεμο.

Έχουν το θράσος, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ να αναμασάνε το ίδιο, παλιό και ξεφτισμένο σενάριο της συναίνεσης και του συμβιβασμού εν όψει διεθνών υποχρεώσεων, Ολυμπιάδας και ότι άλλο σκαρφίζονται κατά καιρούς για να κρύψουν το προφανές: ότι υπηρετούν τα συμφέροντα της ντόπιας και ξένης οικονομικής ολιγαρχίας και μόνο όσο θα την υπηρετούν θα βρίσκονται στην εξουσία. Και ακόμα παραπέρα!

Παρουσιάζουν αυτό το σενάριο σαν μονόδρομο, με τους εγκάθετους κυβερνητικούς συνδικαλιστές να υποστηρίζουν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν, σε όλους τους τόνους και τα χρώματα ότι οι αγώνες της εργατικής τάξης, με οποιαδήποτε μορφή, δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν έχουν προοπτική. Αλλά κι αν ακόμα είχαν, θα τους τσάκιζε η κυβερνητική καταστολή.

Γι’ αυτούς που υπηρετούν με σκυμμένη μέση τους σύγχρονους δουλεμπόρους της εργασίας, αυτή η γραμμή είναι τόσο μονόδρομος όσο ήταν και τότε, πριν από εβδομήντα χρόνια, όσο μονόδρομος είναι η δική μας γραμμή της ανυπόταχτης ρήξης.

Ότι όσα κερδήθηκαν απέναντι στα πολυβόλα δεν γίνεται να υπερασπιστούν απέναντι στα γκλοπ; Ότι τα δικαιώματα που απολαμβάνουν σήμερα, παρόλο που τα κέρδισαν με αυτούς τους «αναποτελεσματικούς» αγώνες οι πατεράδες και οι μανάδες τους, μέσα από τις φυλακές στα ξερονήσια, είναι αδύνατο να διατηρηθούν σήμερα γιατί …θα φάμε ξύλο; 
Θα ήταν απαράδεκτο να πούμε ότι όλος ο κλάδος, μαζί με τους υπόλοιπους εργαζόμενους της πόλης και της χώρας, δικαιούνται και μπορούν να πετύχουν σύγχρονα δικαιώματα; 
Απέναντι στο 10ωρο σαν μέσο όρο εργασίας που μας επιβάλλουν, θα ήταν λοιπόν σκέτη τρέλα να απαιτούμε 5μερο – 7ωρο. 

Φυσικά, σκέτη τρέλα ήταν να κάνεις απεργία στην κατεχόμενη Αθήνα, παραλογισμός οι εργατικές διεκδικήσεις στην 7χρονη δικτατορία των συνταγματαρχών, σενάριο επιστημονικής φαντασίας η νίκη των εργατικών διεκδικήσεων με το πιστόλι των παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων στον κρόταφο. Ο βασιλιάς δεν φεύγει ποτέ! Ίσως λοιπόν κι εμείς που μαζευτήκαμε σήμερα εδώ να μην υπάρχουμε.

Αλλά ακριβώς γι’ αυτό το λόγο γνωρίζουμε το μίσος τους. Η χαιρεκακία που μπορεί να δει κανείς στο μειδίαμα του κυβερνητικού εκπροσώπου όταν αυτός διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι η χώρα κυβερνάται καλώς, ή του υπουργού Οικονομικών όταν αυτός, πράα δηλώνει ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι είναι δυνατό για την ανεργία, αυτή η χαιρεκακία είναι κάτι παραπάνω από το καθήκον τους να υπηρετούν τ’ αφεντικά τους. Είναι η έκφραση του μένους τους, γιατί εμείς που μαζευτήκαμε εδώ υπάρχουμε σαν φαντάσματα των καιρών που θέλουν να πιστεύουν πως θάφτηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Κι όχι μόνο υπάρχουμε αλλά, σε πείσμα των καιρών τους, αμφισβητούμε το δυνατότητά τους να μας ξεζουμίζουν και να μας πετάν μετά στο δρόμο. Κι έπειτα, στη δική μας τη γραμμή συσπειρώνουμε όλο και περισσότερους εργαζόμενους, γύρω από το ΠΑΜΕ που τη χρεοκοπία του πολλοί βιάστηκαν να προβλέψουν. Είναι αυτό το «χρεοκοπημένο» ΠΑΜΕ που σήμερα αποτελεί το αποκούμπι του εργαζόμενου, έχει ήδη και πολύ γρήγορα, κερδίσει την εμπιστοσύνη του.

Όσο το κέρδος τους θα μεγαλώνει από το αίμα των παιδιών της εργατικής τάξης, είτε μέσα από τους πολέμους είτε μέσα από την καθημερινή εκμετάλλευση του κεφαλαίου, εμείς θα υπάρχουμε σαν φυσικό γέννημα αυτής τους της επίθεσης. Μπροστά στο ψευδεπίγραφο δίλημμα «ρήξη ή συμβιβασμός», σύγχρονα αιτήματα που να απαντούν στις ανάγκες της εργατικής τάξης ή κοινωνικός διάλογος για να πετύχουμε το μικρότερο κακό, αγώνας για τα δικαιώματα του εργαζόμενου του 2000 ή παζάρι για το πόσα αντέχουμε φέτος να χάσουμε και πόσα του χρόνου, καθώς και σε τόσα άλλα που άμεσα ή έμμεσα μας θέτουν αυτοί που γεύονται τα προϊόντα του ιδρώτα μας.

Το Σωματείο μας έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του: δεν είναι στο χέρι μας να ξεπουλήσουμε τους εργαζόμενους, γιατί ακόμα κι αν το κάνουμε όπως τόσοι άλλοι, οι εργαζόμενοι θα μας γυρίσουν την πλάτη, όπως έχουν κάνει σήμερα στις συμβιβασμένες ηγεσίες της ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και Α.Π. (ή και στη θέση τη δική μας θα έρθουν κάποιοι άλλοι). 
Όσοι και να ‘ναι αυτοί που ξεπουλάνε τη συνείδησή τους για μια μικρή ή μεγαλύτερη αποζημίωση, η εργατική τάξη θα τους βάζει στη γωνία τους, παρέα με τους Δημητράτους, τους Καλύβες και τους Μακρήδες.

Τα τερτίπια τους είναι τόσο παλιά όσο και η πολιτική τους, όσο και το σύστημα που υπηρετούν: «Μέσα σε μια κοινωνία – την καπιταλιστική – δεν είναι αυτονόητο πράγμα η συνεργασία των φορέων της εργασίας, δηλαδή των εργατών και των φορέων του κεφαλαίου, δηλαδή των καπιταλιστών. Αλλά με την κοινωνική μεταρρύθμιση την οποία κάναμε εμείς, την συνεργασία αυτή την κάναμε υποχρεωτική» (από την ομιλία του Μεταξά, την Πρωτομαγιά του 1940).

 Ας είναι λοιπόν, για μας τους Ανωνυμίτες ένα σημείο αναφοράς, αυτή η επέτειος του Σωματείου μας απέναντι στους αγώνες των ιδρυτών του, για την πάλη τη δική μας για τα δικά μας δικαιώματα, για τα δικά μας συμφέροντα, για το δικό μας μέλλον, και για το μέλλον των παιδιών μας, των παιδιών της εργατικής τάξης.
Ας είναι ένα σημείο αναφοράς για τους αγώνες – σταθμούς που έρχονται αλλά και για τους καθημερινούς μικρούς αγώνες του κάθε μέλους του σωματείου μας αλλά και του κάθε εργαζόμενου.
Ένα σημείο αναφοράς για την ανάταση του συνδικαλιστικού κινήματος που οργανώνουμε και σιγά – σιγά χτίζουμε, μέρα τη μέρα, εργαζόμενο τον εργαζόμενο.

Ας γίνει η εμπειρία μας άλλο ένα όπλο κι ας ριχτούμε στη μάχη με ακόμα μεγαλύτερη ορμή.